Είχε ένα περίεργο φως κάθε ξημέρωμα Σαββάτου. Σαν να διαλύεται το οξυγόνο, σαν κάτι να λιώνει. Βασιλικός ο ήλιος βγαίνει πίσω από το βουνό σήμερα. Αγαπώ πολύ τον ήλιο.
Η πρώτη μέρα της άνοιξης με βρήκε στο μπαλκόνι του πατρικού σπιτιού. Ήταν επιλογή μου, να μην κοιμηθώ το προηγούμενο βράδυ στο κρεβάτι. Μετά το μπάνιο έστυψα τρία πορτοκάλια. Επέλεξα ένα αγαπημένο κρυστάλλινο ποτήρι – οι στιγμές των αναμνήσεων είναι επίσημες. Πρέπει να είναι. Απόλαυσα την φρεσκάδα και την υγεία της γεύσης τους. Ήπια στην υγειά μου καλωσορίζοντας τη νέα εποχή. Τυλίχτηκα έπειτα με το μπουρνούζι. Χώθηκα ανάμεσα στα μαξιλάρια και ξύλο μπαμπού. Απορροφήθηκα σε παλιές σελίδες.
Χθες βράδυ, μεταξύ άλλων, ξετρύπωσα τα γραπτά της παιδικής κι εφηβικής μου ηλικίας.
Το πρώτο τηλεφώνημα της μέρας με βρήκε να κοιμάμαι πάνω στην πολυθρόνα. Ο ηλεκτρονικός ήχος της συσκευής έπειτα από αλλεπάλληλα χτυπήματα με ξύπνησε. Η ώρα ήταν γύρω στις οχτώ το πρωί.
Έχω συναντήσει ανθρώπους που άφησαν τα ερωτήματα για τη ζωή να τους απορροφήσουν τόσο πολύ ώστε να ξεχάσουν να ζήσουν τις απαντήσεις. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω πως το έκαναν αυτό στους εαυτούς τους. Εγώ ήμουν πάντα δυναμικά απορροφημένη στη διαδικασία της ζωής.
Ήθελα να δοκιμάσω τα πάντα. Ήθελα να γνωρίσω τα πάντα. Οτιδήποτε ήταν ζωή ήθελα να το ζήσω. Δεν το φοβόμουν.
Μεγαλώνουμε σε μία εποχή που μας κλέβουν τα πάντα. Μας κλέβουν χρήματα. Μας κλέβουν τα σπίτια μας. Μας κλέβουν την αυτοεκτίμηση μας. Δεν τρομάζω ωστόσο. Έχω μέσα μου πολλή αγάπη. Όταν έχεις αγάπη, διαθέτεις αυτό το κάτι που σε προστατεύει και σε οδηγεί στην ίδια τη ζωή.
Υπήρξε πολλή νοσταλγία εκείνο το Σαββατοκύριακο – από το ξεκίνημα του. Ίσως νοσταλγικά να ήταν και τα όνειρα που πέρασαν σαν φευγαλέες σκιές από μπροστά μου. Πάντως νομίζω ότι ονειρεύτηκα το χαμόγελο του Αλέξη και τη μορφή του Θοδωρή.
Είδα ύστερα ένα χελιδόνι. Το πρώτο της άνοιξης.
Με τα γυμνά πόδια βάδιζα στα κρύα πατώματα του σπιτιού. Έκανα βόλτες πέρα δώθε. Θα είμαι μόνη μέχρι τη Δευτέρα το βράδυ.
Κάθισα με τα πόδια απλωμένα πάνω στον γαλάζιο καναπέ, δίπλα στο μεγάλο παράθυρο. Φοράω ακόμη το μπουρνούζι. Έχει στεγνώσει πάνω μου πια. Τα καστανά μαλλιά ζεσταίνονται από τον ήλιο που τα χτυπάει από πίσω, ρίχνοντας έτσι τη σκιά τους στο εκρού χαλί του σαλονιού.



