Πέμπτη, 01 Μαΐου 2008

Στο παρελθόν γύρισα... VΙ

Είχε ένα περίεργο φως κάθε ξημέρωμα Σαββάτου. Σαν να διαλύεται το οξυγόνο, σαν κάτι να λιώνει. Βασιλικός ο ήλιος βγαίνει πίσω από το βουνό σήμερα. Αγαπώ πολύ τον ήλιο.

Η πρώτη μέρα της άνοιξης με βρήκε στο μπαλκόνι του πατρικού σπιτιού. Ήταν επιλογή μου, να μην κοιμηθώ το προηγούμενο βράδυ στο κρεβάτι. Μετά το μπάνιο έστυψα τρία πορτοκάλια. Επέλεξα ένα αγαπημένο κρυστάλλινο ποτήρι – οι στιγμές των αναμνήσεων είναι επίσημες. Πρέπει να είναι. Απόλαυσα την φρεσκάδα και την υγεία της γεύσης τους. Ήπια στην υγειά μου καλωσορίζοντας τη νέα εποχή. Τυλίχτηκα έπειτα με το μπουρνούζι. Χώθηκα ανάμεσα στα μαξιλάρια και ξύλο μπαμπού. Απορροφήθηκα σε παλιές σελίδες.

Χθες βράδυ, μεταξύ άλλων, ξετρύπωσα τα γραπτά της παιδικής κι εφηβικής μου ηλικίας.

Το πρώτο τηλεφώνημα της μέρας με βρήκε να κοιμάμαι πάνω στην πολυθρόνα. Ο ηλεκτρονικός ήχος της συσκευής έπειτα από αλλεπάλληλα χτυπήματα με ξύπνησε. Η ώρα ήταν γύρω στις οχτώ το πρωί.

Έχω συναντήσει ανθρώπους που άφησαν τα ερωτήματα για τη ζωή να τους απορροφήσουν τόσο πολύ ώστε να ξεχάσουν να ζήσουν τις απαντήσεις. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω πως το έκαναν αυτό στους εαυτούς τους. Εγώ ήμουν πάντα δυναμικά απορροφημένη στη διαδικασία της ζωής.

Ήθελα να δοκιμάσω τα πάντα. Ήθελα να γνωρίσω τα πάντα. Οτιδήποτε ήταν ζωή ήθελα να το ζήσω. Δεν το φοβόμουν.

Μεγαλώνουμε σε μία εποχή που μας κλέβουν τα πάντα. Μας κλέβουν χρήματα. Μας κλέβουν τα σπίτια μας. Μας κλέβουν την αυτοεκτίμηση μας. Δεν τρομάζω ωστόσο. Έχω μέσα μου πολλή αγάπη. Όταν έχεις αγάπη, διαθέτεις αυτό το κάτι που σε προστατεύει και σε οδηγεί στην ίδια τη ζωή.

Υπήρξε πολλή νοσταλγία εκείνο το Σαββατοκύριακο – από το ξεκίνημα του. Ίσως νοσταλγικά να ήταν και τα όνειρα που πέρασαν σαν φευγαλέες σκιές από μπροστά μου. Πάντως νομίζω ότι ονειρεύτηκα το χαμόγελο του Αλέξη και τη μορφή του Θοδωρή.

Είδα ύστερα ένα χελιδόνι. Το πρώτο της άνοιξης.

Με τα γυμνά πόδια βάδιζα στα κρύα πατώματα του σπιτιού. Έκανα βόλτες πέρα δώθε. Θα είμαι μόνη μέχρι τη Δευτέρα το βράδυ.

Κάθισα με τα πόδια απλωμένα πάνω στον γαλάζιο καναπέ, δίπλα στο μεγάλο παράθυρο. Φοράω ακόμη το μπουρνούζι. Έχει στεγνώσει πάνω μου πια. Τα καστανά μαλλιά ζεσταίνονται από τον ήλιο που τα χτυπάει από πίσω, ρίχνοντας έτσι τη σκιά τους στο εκρού χαλί του σαλονιού.

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Στο παρελθόν γύρισα... V

Όταν τολμούμε να στήσουμε αυτί μέσα μας, ακούμε παράξενους θορύβους. Ακούμε ξαφνικά τη δική μας ανάσα, κι όχι αυτήν ενός απρόσωπου κόσμου. Ακούμε το μυαλό μας να χτυπάει μανιασμένο στους ρυθμούς μιας καρδιάς, που βρίσκεται στο στήθος μας. Κι όλο ψάχνει. Ψάχνει και καταγράφει. Καταγράφει και ψάχνει. Τότε καταλαβαίνεις πως οι τρελοί είναι σε καλύτερη μοίρα από σένα. Αυτοί βρίσκονται σε μέρος που δε χρειάζεται πια να ψάχνουν.

Κάπου είχα διαβάσει πως ο κόσμος των συναισθημάτων εξαερώνεται, γίνεται άτομο και μόριο της σκόνης, όταν έρχεται σε επαφή με την πραγματικότητα. Όλοι κατά βάθος είμαστε άνθρωποι. Όλοι στο τέλος μένουμε μόνοι. Όλοι μόνοι πορευόμαστε παρά τον θόρυβο μιας οποιασδήποτε συντροφιάς. Ιδίως τώρα, που ζούμε τόσο πολύ μέσα στα πλήθη. Μέλη μιας μάζας, δίχως αυτόνομη προσωπικότητα, στο τέλος πεθαίνουμε από μοναξιά.

Εγώ πάντως δεν ανήκα σε καμία μάζα. Ανήκα και ανήκω στον Θεό και σε μένα.

Έψαχνα, λοιπόν, τον δικό μου δρόμο για να αποφύγω τη μοναξιά.

Πολλές φορές δείχνουμε πολύ λίγη αγάπη σε αυτούς ακριβώς που αγαπάμε πιο πολύ.

Αφουγκραζόμουν. Υπήρχε σκοτάδι στον χώρο, όχι όμως τόσο πυκνό ώστε να μην μπορούμε να κοιταχτούμε και οι τρεις στα μάτια. Η μουσική μας τύλιγε σαν σιγή.

Χαμόγελα. Τα πρώτα στα πρόσωπά μας έπειτα από ώρα. Τρία ζευγάρια ανθρώπινα χέρια. Το ένα μπλεγμένο μέσα στο άλλο, συναντιόντουσαν πάνω στα γόνατα της Ειρήνης. Ο αέρας ήταν ζεστός και βαρύς, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά του ιδρώτα που εξατμίζεται.

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2008

Στο παρελθόν γύρισα... ΙV


Δεν είχα καταλάβει...

Δεν είχα καταλάβει καλά, ωστόσο το θέμα. Δεν ήξερα πως είναι πολύ καλύτερα να προχωράω αργά κι ούτε ξόδευα χρόνο για να ρίξω μια ματιά γύρω μου. Δεν ευγνωμονούσα τα λίγα, που ωστόσο ήτανε πολλά. Δεν ήξερα να χαλαρώνω και να απολαμβάνω μια ανάσα βαθιά. Να αφήνομαι. Να ακολουθώ την ροή των πραγμάτων. Δεν ήξερα.

Τις βραδιές καθόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού μόνη. Αφουγκραζόμουν ένα παράξενο γλυκό αεράκι. Ήξερα πως αν με κάποιο τρόπο μάθαινα να αφήνομαι , θα εμφανιζόταν μπροστά μου μία βαρκούλα. Θα πηδούσα πάνω της και, με ανοιχτά πανιά, το αεράκι θα με οδηγούσε στην Ιθάκη.

Για τη βαρκούλα αυτή ανέτειλα, κάθε επόμενο πρωί. Πάντα. Με την ελπίδα πως το αποψινό βράδυ , θα είναι το βράδυ που θα μπορέσω να αφεθώ. Σε ένα ταξίδι που από την εποχή του Ομήρου ήταν μοναχικό, δύσκολο, αλλά και πολύ πολύ σπουδαίο.

Το ιδιαίτερο του χαρακτήρα μου και η έντονη ανάγκη μου για ελευθερία και ανεξαρτησία έβρισκαν τα εμπόδια τους.

Ήμουν δύσκολο παιδί, το αναγνωρίζω. Φωτιά. Η αναπνοή μου έβγαινε καυτή. Το κορμί μου έτρεχε με ορμή. Κάθε δεν πρέπει, κάθε μ η του έδινε αφορμή να επαναστατήσει.

Ήθελα να φύγω.

Εκεί που ζούσα, δε χωρούσα.

Το αντιλαμβανόμουν. Το γνώριζα. Κάτι πιο δυνατό από μένα με ωθούσε να ψάξω για μια θάλασσα πλατιά, μέσα στην οποία έπρεπε να κάνω βουτιά. Ήθελα να φύγω.

Συμβιβασμός; Αυτή η λέξη μου έφερνες λυγμούς από τα παιδικά μου χρόνια. Είναι μία λέξη που αποφασίζει για έναν, για δύο, χωρίς να τους ρωτήσει. Λέξη που αποφεύγω να ξεστομίζω. Κι όμως όλοι μου τόνιζαν πως πρέπει να δείχνουμε σωστοί. Κι εγώ δεν καταλάβαινα. Γιατί πρέπει να ισορροπούμε πάνω σε χρυσή κλωστή;

Μια μοίρα. Ένα κισμέτ. Κάποιο γραφτό. Κάτι τέτοια, τέλος πάντων, μου επέτρεπαν να ονειρεύομαι .

Τελικά κάποια στιγμή τα κατάφερα. Έφυγα.

Έφυγα για να επιστρέψω.

Το γράψιμο μου έμαθε να μετρώ τα άστρα μου, δίχως να ψάχνω για ουρανό.

Το να μελετώ αυτά που γράφω μου έμαθε να μην ξεχνώ βγαίνοντας… να κλείνω και την πόρτα!

Ήθελα να βγάλω φτερά. Ήθελα να φτάσω τον ουρανό.

Ήθελα να κάνω φίλο έναν αετό και να πετάμε μαζί.

Οι μέρες περνούσαν, θέριευαν και μου τρώγανε την ψυχή.

Η καρδιά μου σκορπιζόταν σαν τη σκόνη, μόλις επέστρεφα σπίτι. Εκεί η ένταση όλο και μεγάλωνε. Για μένα δεν υπήρχαν όρια.

Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

Στο παρελθόν γύρισα... ΙΙΙ


(Μια πληγή και) ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ...

Μια ανάμνηση :

Ποια Χριστούγεννα; Δε θυμάμαι. Η χρυσόσκονη αφήνει τα αποτυπώματα της στα δάχτυλα. Το κενό στη μνήμη αφήνει ερωτηματικά.

Δεν ξέρω αν θα πρέπει να πιστέψω όλους αυτούς που λένε πως ο καθένας μας έχει μια δική του, ολότελα ξεχωριστή, μοίρα που τον ορίζει. Υπάρχουν στιγμές που νοιώθω πως είμαστε σαν την αύρα, σαν το αεράκι, και πάμε πέρα δώθε. Δεν ξέρω. Ίσως τελικά να ισχύουν και τα δύο.

Τι είναι τυχαίο; Τι είναι μοιραίο; Τι είναι σύμπτωση; Τι είναι σημάδι; Υφίστανται οι έννοιες αυτές; Είναι η καθεμιά τους κάτι το ξεχωριστό, ή όλες μαζί σημαίνουν ένα και το αυτό πράγμα;

Η βουτιά στην ψυχή έχει πάντα συνέπειες. Απόψε βγαίνουν στην επιφάνεια μυστικά και ψέματα. Ο έρωτας μια πολύ μεγάλη δύναμη που με κρατούσε ζωντανή. Νόμιζα πως, αν θα μου έλειπε, θα πέθαινα.

Η ανθρώπινη όραση είναι μια ανεκτίμητη πηγή πλούτου. Έτσι και τώρα. Τα μάτια όλη αυτή την ώρα συλλέγουν εικόνες από το παρελθόν. Οι εικόνες γίνονται μνήμες. Οι μνήμες, σκέψεις που ξεπερνούν το χώρο, τον χρόνο. Κι εγώ ξεχνιέμαι.

Εγώ καθισμένη στο πάτωμα, ψάχνω για αστέρια μέσα σ’ ένα υπόγειο. Γύρω μου σκόρπια βιβλία, φωτογραφίες και χαρτιά. Το ένα μετά το άλλο γλιστρούν από πάνω μου.

Θέλω να επιστρέψω στο κρεβάτι.

Διώχνω με χέρια και με πόδια ότι με πνίγει, για να πάρω αναπνοή. Στέκομαι και πάλι στα πόδια μου. Τόση ώρα γονατισμένη πιάστηκα. Το άδειο κουτί δεν έχει να μου πει τίποτε άλλο, και δεν ξέρω αν θα καταφέρω να κοιμηθώ απόψε.

Η ώρα κοντεύει πέντε. Παντού επικρατεί απόλυτη ησυχία. Είναι όμορφη αυτή η χώρα. Χαίρομαι που οι υπόλοιποι λείπουν.

Χρειάζομαι ένα ντους, κατά τα άλλα. Έχω να ξεπλύνω σκόνη και συναισθήματα μαζί. Πρώτη στάση πριν από το κρεβάτι , λοιπόν, το μπάνιο.

Ένας άνθρωπος που καταστρέφεται ξέρει και να επιβιώνει. Όταν αποφάσισα να πάω για ύπνο, εκείνη τη νύχτα, ένιωθα δώδεκα χρονών. Φοβόμουν, αλλά είχα εκπαιδεύσει τον εαυτό μου να μην το δείχνει και να μη λέει ποτέ φοβάμαι ή πονάω.

«Ο πόνος του σώματος σώζει ζωές, ο πόνος της ψυχής σώζει από λάθος ζωές» άκουσα να λέγεται. Αλλά εγώ για χρόνια έκρυβα και αγνοούσα επιμελώς το σήμα κινδύνου, που μου έστελναν οι πόνοι μου. Ευτυχώς κάποια μέρα αναγνώρισα το γιατί αυτής της συμπεριφοράς και την άλλαξα ριζικά.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Στον παρελθόν γύρισα... ΙΙ


Τον αγαπούσα...

Απροστάτευτη μέσα στην απόλυτη προστασία μου, συνέχιζα πάντως. Η καρδιά γνώριζε καλά την τέχνη να κάνει όνειρα. Να ζει μ’ αυτά. Να τρέφεται. Να αναπνέει όνειρα. Ονειρόπληκτη και ονειροσυλλέκτρια είχε καταντήσει η καρδιά μου.

Μια βασική ανάγκη του ανθρώπου είναι να συγκινείται. Αν εμποδίσουμε τον άνθρωπο να συγκινείται, τότε αυτός πεθαίνει. Το κενό της συγκίνησης οδηγεί μωρά και ηλικιωμένους να φεύγουν από τη ζωή.

Κι εγώ είχα μάθει να βιώνω την κάθε εμπειρία μέσα από βαθιά και έντονη συγκίνηση. Έτσι γεννούσα τα κύτταρα του ψυχολογικού και βιολογικού μου κόσμου.

Ήθελα να γεμίσω τον αέρα με τις ομορφιές που έκρυβα εντός μου. Ήθελα να σκεπάσω την ασχήμια.

Κάθε φορά που μου χάριζε ένα βιβλίο έτρεχα ανάμεσα στις σελίδες. Αν μου αγόραζε μια κάρτα, την άνοιγα με αγωνία. Έψαχνα την αφιέρωση. Ποθούσα συνεχώς για μια απόδειξη αγάπης. Εκλιπαρούσα για μια έκφραση που θα αποκάλυπτε κάποια πτυχή του εαυτού του. Κι όταν δεν έβρισκα τίποτα, απογοητευόμουν. Άλλες φορές πάλι πληγωνόμουν. Κάθε του ψίχουλο μου ήταν πολύτιμο και μοναδικό. Κι όταν δεν έβρισκα τίποτε, έγραφα εγώ. Σημείωνα την ημερομηνία που έφτανε στα χέρια μου.

Κάθε φορά που συνειδητοποιώ πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε, ένα παράπονο ανεβαίνει από το στομάχι στο στήθος στον λαιμό για να με πνίξει. Το πνίξιμο αυτό μου φέρνει λυγμούς και μου προκαλεί δάκρυα.

Παίρνω βαθιά, βαριά ανάσα. Οι ωκεανοί μου κάνουν ανήσυχα ταξίδια απόψε.

Αποφασίζω να παραβιάσω συνειδητά τη μέχρι χθες πραγματικότητα μου. Ρέω προς το φανταστικό, αφήνοντας τις εικόνες και τις μνήμες να μου φανερώσουν τα μυστικά του κόσμου. Ακούω αυτά που αφουγκράζεται το αίμα μου. Η δροσιά της νύχτας με ιδρώνει. Αναρωτιέμαι ποιος θα μπορούσε να ακούσει το παράπονο μου αυτή την ώρα.

Παραμένω, ωστόσο, γονατισμένη.

Από μακριά ακούγεται η θάλασσα να ανασαίνει. Τα διαμάντια στο νερό της με τυφλώνουν. Τα κύματα συζητούν με ένα ράγισμα της γης. Το κορμί μου έχει αλλάξει και δεν γνωρίζει πια τα όσα αντικρίζει εδώ. Έχω κουραστεί. Μου μένουν μόνο κάτι λέξεις, που δεν μπορεί εύκολα κανείς να τις ακούσει.

Το κουτί έχει σχεδόν αδειάσει τώρα. Στη βάση του βρίσκω δυο κλαδιά αποξηραμένη γυψοφίλη. Τα λευκά λουλουδάκια έχουν γίνει κίτρινα. Ο χρόνος τα έκανε εύθραυστα και σκληρά. Δε μυρίζουν , παρά μόνο κλεισούρα.


Μια πληγή και μια ανάμνηση...

Τρίτη, 08 Απριλίου 2008

Στο παρελθόν γύρισα...


Ένας πολύ δυνατός και απροσδιόριστος θόρυβος με ξύπνησε. Ήμουν μόνη αυτό το Σαββατοκύριακο. Το ρολόι στην πράσινη οθόνη του κινητού έδειχνε 03.35 το πρωί.

Δεν κατάφερα να αντιληφθώ τι προκάλεσε όλη αυτή τη φασαρία, που με ξύπνησε, αλλά δεν είχε και τόση σημασία. Ότι και να ήταν, δε μου πήρε και πολύ χρόνο για να καταλάβω πως στόχο είχε να με φέρει αντιμέτωπη με το παρελθόν. Ένα παρελθόν που κρατούσα ερμητικά κλειστό με φαρδιά χαρτοταινία , τυλιγμένη γύρω από κούτες, και με κόμπους πολλαπλούς σε μαύρες πλαστικές σακούλες.

Η νύχτα γλυκιά απόψε. Ο ουρανός στάζει δροσιά. Τα κρόσσια της πόλης απελευθερώνουν ένα υπόκωφο βουητό. Όμως ο χώρος εδώ κάτω μυρίζει κλεισούρα και υγρασία. Με ένα αίσθημα εθισμού και φόβου μαζί, φέρνω στα πόδια μου μία από τις κούτες. Γονατίζω μπροστά της. Μοιάζω να την προσκυνώ. Μου αντιστέκεται. Δεν μπορώ να την ανοίξω με τα χέρια. Χρειάζομαι ένα μαχαίρι ή περισσότερη λύσσα. Σιχαίνομαι την επαφή με τη σκόνη, αλλά δεν έχω υπομονή να τρέξω μέχρι την κουζίνα. Επιλέγω, λοιπόν, τη λύσσα και κόβω τις ταινίες με τα νύχια.

Βρίσκω τα γραπτά εκείνου..

Το χαρτί του γράμματος σκισμένο από κάποιο μαθητικό τετράδιο. Ο χρόνος το κιτρίνισε. Έμοιαζε ταλαιπωρημένο, εύθραυστο και γέρικο. Ήταν διπλωμένο στα τέσσερα. Το κίτρινο ήταν πιο έντονο στα τσακίσματα, που σχημάτιζαν σταυρό. Όπως ακριβώς είχε συμβεί και με τον έρωτα μας. Τον σταυρώσαμε και τον καταδικάσαμε σε θάνατο. Σ’ έναν θάνατο δίχως ανάσταση.

Το διάβασα…

Το γράμμα αυτό ήταν κάτι που είχα ξεχάσει. Ξεφύλλισα και πάλι το βιβλίο. Δεν θυμάμαι να το είχα τελειώσει ποτέ.

Ανάμεσα στις σελίδες 94 και 95 τοποθέτησα με ιδιαίτερη προσοχή, σαν να φοβόμουν μη μου σπάσουν, το κιτρινισμένο χαρτί και την κάρτα επιβίβασης.

Συνεχίζοντας την εξερεύνηση βρήκα πως και το ημερολόγιο που κρατούσα στη Βοστόνη ήταν εδώ. Από τη στιγμή που έμαθα να πιάνω μολύβι στα χέρια μου, γράφω καθημερινά σχεδόν ημερολόγιο.





Τον αγαπούσα...........

Θυμήσου εκείνα τα κόκκινα απογεύματα
που με είχες σφιχτά μέσα στην αγκαλιά σου
τα λόγια μεγάλα και ωραία, ωραία ψέμματα
κρυμμένα σε κάθε παλμό της καρδιάς σου.

Θυμήσου,όταν έλεγες θυμήσου
οτι ήμουν στην ζωή σου όνειρο αληθινό.
θυμήσου, όταν φώναζες αφήσου,
και εγώ έκανα μαζί σου μία βουτιά μες στο κενό.

Θυμήσου στα δύσκολα είπες να μην νοιάζομαι
πως θα ‘σαι στο πλαϊ μου να με προσέχεις,
και τώρα που ήρθε η στιγμή και σε χρειάζομαι
στραμμένη την κάνη στο μέτωπό μου έχεις.

Όλα όσα έστρωσε η καρδιά
για να περάσεις πες μου πως γίνεται
έτσι απλά να τα ξεχάσεις…
θυμήσου…

Δευτέρα, 07 Απριλίου 2008

Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,
ίσως γιατί έ π ρ ε π ε να δακρύσει,
ίσως γιατί οι συφορές έ ρ χ ο ν τ α ι.
Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι·

Ξεφεύγουνε απ' το σύννεφον αχτίδες
και κρύβονται στα μάτια της· τη βρέχει
μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια
και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει
καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Τετάρτη..

Η κούραση αποπλανεί το μυαλό μου και η θλίψη μπερδεύει το χαμόγελο.. Το στέλνει σε μέρη σκοτεινά , μέρη δίχως ελπίδα..

Ξύπνησε.. πρωί Τετάρτης.. μίας τετάρτης σαν όλες τις άλλες που περάσανε αυτό το χρόνο. Ο δρόμος για τη δουλειά μακρύς και το μυαλό σε εγρήγορση.. Να δει, να προσπεράσει, να στρίψει στο επόμενο στενό.. να σταματήσει.. να προσέχει στα δεξιά του τον πεζό.. να αποφύγει την λακκούβα.. τα νερά.. όχι γαμώτο μου έβρεξα τα καινούργια μου παπούτσια..
Κι ύστερα να παρκάρει, να μην ξεχάσει το κράνος πάνω στη σέλα, τα μαλλιά της πως είναι , έχουν πάρει το σχήμα από το κράνος.. Να τα ρίξει όλα μπροστά και με δύναμη να τα επαναφέρει στη θέση τους. Η τσάντα με τα απαραίτητα.. τα κλειδιά του γραφείου και ανεβαίνουμε τους έξι μοναχικούς ορόφους..
Αν αυτό το κτίριο είχε μορφή θα ήταν σαν κάποια από εκείνες τις πολύ παχιές κυρίες.. που κάνουν μικρά βηματάκια καθώς περπατάνε.. με εκείνα τα εμπριμέ παλαιολιθικά φορέματα , λερωμένα και ταλαιπωρημένα από τη χρήση.
Μα κανείς δεν έχει σκεφτεί να το βάψει.. σκέφτεται και κάνει ένα μορφασμό απέχθειας. Πως ζούνε έτσι;
Υποτίθεται ότι λέγεται μέγαρο. Όνομα επιβλητικό.. πολυσύχναστο μέρος για δικηγόρους, συμβολαιογράφους και άλλους τόσους…
Σε ένα σεισμό άραγε τι θα συνέβαινε εδώ.. προτιμάει να μη το σκέφτεται..
Το ανσασέρ έφτασε στον πολυπόθητο έκτο όροφο και με τα κλειδιά της ανοίγει την πόρτα του γραφείου 3.
Ώρα για δουλειά..

Μετά από κάθε καβγά μηδενίζω.. χάνω τα όρια μου, γκρεμίζονται όνειρα και στόχοι.. Και από πέτρες και άμμο πρέπει να ξαναχτίσω τη ζωή μου.. με καινούργια δεδομένα και με μείγμα από τα παλιά.. Μείγμα να φτιάξω με χώμα και νερό για να αντέχει στους βοριάδες το σπίτι που θα κατοικώ..
Μπερδεμένα τα πάντα στο μυαλό μου, η όρεξη κοιμάται σήμερα.. και την χαϊδεύω ελαφρά μήπως και την ξυπνήσω.. Μάλωσα.. Μα σε κάθε τσακωμό είμαι αλλιώτικη. Σταματάω να μιλάω να πετάω προσβολές.. όσο μπορώ τις κάνω πιο ανώδυνες.. όσο μπορώ σε σύγκριση με το παρελθόν. Μα πάντα η επόμενη μέρα μου είναι άδεια.. ξυπνάω με βλέμμα απλανές.. τι να κάνω από τι να αρχίσω.. που ήμουνα και τι εκκρεμότητες έχω αφήσει..
Τι είναι σημαντικό για μένα και τι όχι..
Νοιώθω κουρασμένη το τελευταίο καιρό στο έχω πει;;;
Δεν ξέρω αν μου λείπεις εσύ ή πιο πολύ ο παλιός μου εαυτός.. μπαίνω σε ένα λάκκο που δεν υπάρχει γυρισμός.. που δεν μου αρέσει .. που δεν μπορώ να κάνω αλλιώς..

Τους κοιτάω που μου ζητάνε συγνώμη και δεν ξέρω τι να πρώτο νοιώσω μάλλον δεν νοιώθω τίποτα.. Δεν ξέρω ποια αν θέλω να προστατεύσω κανέναν.. δεν ξέρω ποια αν θέλω να υπάρχω για κανέναν.. Να ξανάρχιζα από την αρχή.. τι καλά που θα ήτανε…

Πως γίνεται να τα παρατάνε.. πως γίνεται να λυγίζουν και να ξεσπάνε σε μένα.. Χάνομαι σε ένα μονόλογο του μυαλού ατελείωτο.. όλος ο κόσμος έχει προβλήματα.. και εγώ το ίδιο.. Μόνο εγώ το βλέπω τελικά ότι φτάνει η ώρα που θα φύγω..
Αυτή τη στιγμή μέσα μου κυριαρχεί το τίποτα… μα πάνω από αυτό πρέπει να κυριαρχήσω εγώ.. γιατί έτσι πρέπει.. και γιατί έτσι θέλω στη τελική..

Όταν τα λόγια πληγώνουν.. η αγάπη χάνεται από το σπίτι.. φεύγει και αυτή.. Καλύτερα μονάχη της. Δεν παρακάλεσα ποτέ κανέναν.. δεν έγλειψα ποτέ κανέναν.. καλύτερα να πεθάνω..
Και όμως εκείνος πόναγε και σκέπαγε σε μένα.. λόγια πικρά.. σεβασμό ζητάει από μένα, μετά από τόσες κουβέντες σκληρές..
Ο σεβασμός κερδίζεται δεν απαιτείται..

Μετά έκλαιγε και με περίμενε ως ότου γυρίσω.. να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.. όμως εγώ φεύγω.. μα δεν το βλέπουν.. ήδη το μυαλό μου είναι αλλού..
Στο πως θα συντηρηθώ.. πως θα αγαπήσω αυτό που είμαι… πως θα με φροντίζω.. εγώ για μένα μόνο

Είναι απεγνωσμένα τώρα πια τα πράγματα.. η αμφιβολία έχει κάνει κακό στο σπίτι μου. Το βεβηλώνει, το τυραννάει.. , ζει από τα όνειρα του.. Που είναι η οικογένεια που είχα.. που είναι όλα όσα την συντροφεύανε.. Τους δικούς μου , τους διακατέχει μία σκιά που δεν με αφήνει να τους πλησιάσω.. Καθένας με το δικό του σταυρό, με το δικό του μαρτύριο.. μόνο που δεν το μοιράζονται.. επτασφράγιστο μυστικό ο πόνος του καθενός.. και εγώ εκεί να παρατηρώ τις αλλαγές στην καρδιά τους.. στην καρδιά μου..

Θα τα αλλάξω όλα.. και ας ξαναπληγώθω και ας ξανα γκρεμίσουν τα όνειρα μου για κάποιο ασήμαντο λόγο .. Θα τα ξαναφτιάξω όλα γιατί τους νοιάζομαι!!!

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Στο χρώμα του φεγγαριού

-Αύριο πάλι, έγνεψε με τα κλαδιά της η κερασιά.
-Αύριο πάλι, έγνεψες μ’ ολόχρυσα γράμματα τ’ αστέρι στον ουρανό.
-Ξέρεις, είπε μια νύχτα το δέντρο, από τότε που σε περιμένω να φανείς στο γέρμα του ορίζοντα, οι νύχτες μου γέμισαν φως.

Τ’ αστέρι χαμογέλασε.
Κι άρχισαν να πέφτουν από τα σύννεφα κίτρινες μαργαρίτες. Κι ήταν προχωρημένη η νύχτα. Μεσάνυχτα. Μία νύχτα γεμάτη χρώματα. Ώρα μεσάνυχτα, ακριβώς!
Μπορούν να δουν οι άνθρωποι τον ήλιο τα μεσάνυχτα; Ρώτησε το αστέρι.
-Όχι! Όχι. Αλλά ίσως υπάρχουν μερικοί. Ποτέ δεν είναι τόσο κίτρινος ο ήλιος. Τόσο κόκκινος. Τόσο πορτοκαλής. Τον βλέπουνε σίγουρα τα τριζόνια. Γιατί νομίζεις πως τραγουδούν;


Είναι πολύ όμορφο να έχεις κάτι να περιμένεις.. γεμίζει η ζωή σου..



*****


-Είναι τόσο σπάνιες οι ευτυχισμένες στιγμές; Ρώτησε κείνο το βράδυ τ’ αστέρι.
Το δέντρο μόλις είχε κλείσει τα βλέφαρα του να ξεκουραστεί. Κούνησε τα κλαδιά του κι αποκρίθηκε λίγο νυσταγμένα.
-Όχι… Όχι. Δεν είναι τόσο σπάνιες. Μόνο που… Να, οι άνθρωποι κυνηγούν αυτές τις στιγμές με το μυαλό τους. Κι αυτό είναι, πώς να το ‘πω, υπόθεση της καρδιάς.
-Πες μου κάποιες ευτυχισμένες στιγμές.
-Άσε με τώρα, νυστάζω.
-Πες μου, επέμεινε τ’ αστέρι. Πες μου μερικές.
-Ένα παξιμαδάκι κανέλλας στα ζαρωμένα χέρια της γιαγιάς. Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια κάτω από το κρεβάτι του Φώτη. Ένα κοχύλι στα όνειρα της Αγγελικής… Ένα φιογκάκι στο χρώμα του φεγγαριού…
Καληνύχτα. Νυστάζω πολύ απόψε.
-Πες μου ακόμα μια ευτυχισμένη στιγμή. Και ύστερα θα σ’ αφήσω να κοιμηθείς.
-Σ’ αγαπώ, πολύ!
-Καληνύχτα! Είπε τ’ αστέρι τρισευτυχισμένο.
Κι έδωσε μια βουτιά και πιάστηκε από το ματόκλαδο του φεγγαριού.